Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

ἐρεθίζω

δωρ. -ίσδω' (ἐρέθω)' διεγείρω, παροξύνω εἰς ὀργήν, εἰς πόλεμον, εἰς μάχην, ἐρεθίζω, λατ. provocare, ὡς ἀείποτε ἐν Ἰλ. Α. 32, Ε. 419, κτλ.· ἐρ. κερτομίοις ἐπέεσσι Δ. 5· κύνας τ’ ἄνδρας τε, ἐπὶ λέοντος, Ρ. 658· οὕτω καὶ ἐν Ὀδ. (πλὴν ἐν Τ. 45, ὄφρα κε… μητέρα σὴν ἐρεθίζω, ἐρεθίζω τὴν περιέργειαν αὐτῆς).

[
ἐρέθιζε ὑποτ. ἐνεστ. (Α 32)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: