Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

μὶν

ἰων. αἰτ. τῆς προσωπ. ἀντωνυμ. γ΄ προσώπου, δι’ ὅλα τὰ γένη, ἀντὶ αὐτόν, αὐτήν, αὐτό, ἀείποτε ἐγκλιτικόν. Ὁ Ὅμ. συνάπτει μὶν αὐτόν=αὐτὸν τὸν ἴδιον, ὡς ἰσχυρότερον τύπον, Ἰλ. Φ. 245, 318, κτλ.· ἀλλὰ τὸ αὐτόν μιν εἶναι αὐτοπαθὲς ἢ ἀντανακλώμ. ἀντὶ τοῦ ἑαυτόν, Ὀδ. Δ. 244· ἂν καὶ τὸ αὐτήν μιν εἶναι ἐν χρήσει ἀντὶ τοῦ μὶν αὐτὴν ἐν Ἰλ. Λ. 117.

ΙΙ. πολλῷ σπανιώτερον ὡς τύπος τοῦ πληθ. ἀντὶ τῶν αὐτούς, αὐτάς, αὐτά, ἀνθ’ ὧν δύναται νὰ ληφθῇ ἐν Ἰλ. Ν. 285, Ὀδ. Ρ. 268.

Δεν υπάρχουν σχόλια: