Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2008

λίσσομαι

ποιητ. ῥῆμα΄ αἰτοῦμαι, παρακαλῶ, ἱκετεύω.

Ἐτυμ.: πιθ. ἐκ ῥ. ΛΙΤ, ἥτις φαίνεται ἐν τοῖς λιτ-έσθαι, λιτ-ή, λιτ-ανός, κτλ.

[
λίσσετο γ’ ἑν. πρτ. (Α 15)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: