Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2008

ἐϋκνήμις

(ὁ, ἡ)΄ ἔχων καλὰς κνημῖδας(=ὁπλιτικὸν σκέπασμα τῆς κνήμης), συχνὸν παρ’ Ὁμ., ἐν τῇ ὀνομ. καὶ αἰτ. πληθ. ἐϋκνήμιδες, ἐϋκνήμιδας, ἐν τῇ Ἰλ. ἀείποτε ἐπίθετον τῶν Ἀχαιῶν, ἐν δὲ τῇ Ὀδ. καὶ τῶν ἑταίρων, ἐϋκνήμιδες ἑταῖροι Β. 402, Ι. 550.

Δεν υπάρχουν σχόλια: