Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

δίδωμι

ἡ ἐξ ἀρχῆς, πρώτη, σημασία, εἶναι: δίδω, δωροῦμαι, χαρίζω (περιλαμβανομένης πάντοτε τῆς ἰδέας τοῦ δώρου ἢ τῆς δωρεὰν δόσεως, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἀποδίδωμι), τινί τι Ὁμήρῳ καὶ ἐφεξῆς ἡ κοινοτάτη σύνταξις· ἐν τῷ ἐνεστῶτι καὶ παρατατικῷ=εἶμαι ἕτοιμος νὰ δώσω, νὰ προσφέρω, Ἰλ. Ι. 519 | 2. παρέχω, δίδω, κῦδος, νίκην, κτλ., Ὅμηρ., κλ.· καὶ ἐπὶ κακῶν, δ. ἄλγεα, ἄτας, κήδεα, κτλ., Ἰλ. Α. 96, κτλ. | 3. προσφέρω εἰς τοὺς θεούς, ἑκατόμβας, ἱρὰ θεοῖσιν Ἰλ. Μ. 6. Ὀδ. Α. 67 | 4. προστιθεμένης ἀπαρεμφ., ξεῖνος γάρ οἱ ἔδωκεν… ἐς πόλεμον φορέειν…, Ἰλ. Ο. 532, πρβλ. Ψ. 21, 183· δῶκε τεύχεα θεράποντι φορῆναι Η. 149 | 5. μετ’ αἰτ. προσώπ., παραδίδω ὡς λείαν, παραχωρῶ, ἀχέεσσί με δώσεις Ὀδ. Τ. 167· μιν… ὀδύνῃσιν ἔδωκεν Ἰλ. Ε. 397· Ἕκτορα κυσὶν Ψ. 21· πυρί τινα Ὀδ. Ω. 65 | 6. ἐν ἀραῖς καὶ εὐχαῖς, μετ’ αἰτιατ. προσώπου καὶ ἀπαρ., χαρίζω, ἐπιτρέπω, ἐνεργῶ ὥστε…, ἰδίως ἐν προσευχαῖς, συχν. παρ’ Ὁμήρῳ, δὸς ἀποφθίμενον δῦναι δόμον Ἄιδος εἴσω=κάμε ὥστε…, χάρισαί (μοι) ὥστε…, Ἰλ. Γ. 322 | 7. τὸ παθ. ἀπαντᾷ μόνον ἅπαξ παρ’ Ὁμ. (ἀλλὰ πρβλ. ἀποδίδωμι), οὔ τοι δέδοται πολεμήϊα ἔργα=εἰς σὲ δὲν ἀνήκουσιν ἔργα πολεμικά, Ἰλ. Ε. 428.

Ἐτυμ.: κατ’ ἀναδιπλασ. ἐκ τῆς ῥ. ΔΟ/ΔΩ, με την προσθήκη του -ι-, ὁπόθεν καὶ δοτήρ, δόσις, δῶρον, δάνος, δώτωρ, δότειρα, κτλ.· πρβλ. τὰ σανσκρ. da, dadâmi (δίδωμι), dâtâ (dator), dânam (donum, πρβλ. danunt ἀντὶ dant, δάνος)· λατ. da-re, dator, dos, donum, dedo, κτλ.· σλαυ. dami (do), daru (donum), dani (vectigal). Στη ρίζα αυτή ενυπάρχει η έννοια της αμοιβαιότητας (δίνω/παίρνω).

[
δοῖεν εὐκτ. ἀορ. β' (Α 18)]
[ἔδωκεν, ὀριστ. ἀορ. (Α 96)]
[
δώσει, ὀριστ. μέλλ. (Α 96)]
[
δόμεναι, ἀπρφ. ἐπ. ἀορ. β’ (Α 98)]
[
δώσουσι, γ’ πληθ. ὀριστ. μέλλ. (Α 123 - Α 135)]
[
δῷσι, γ’ ἑν. ὑποτ. ἀορ. β’ ἀντὶ δώῃσι (Α 129)]
[
δώωσιν, ἐπ. ἀόρ. ὑποτ. γ’ πληθ. (Α 137)]
[
δόσαν, ἐπ. ἀντὶ ἔδοσαν, γ’ πληθ. ὀριστ. ἀορ. (Α 162)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: