Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

ἐκπέρθω

(ἐκ + πέρθω) καταστρέφω ἐντελῶς, ἐκπορθῶ, δῃῶ, λεηλατῶ, ἁρπάζω, ἐπὶ πόλεων, κτλ.΄ ἐκπέρσαι Πριάμοιο πόλιν Ἰλ. Α. 19. κτλ. Πρβλ. ἐκπορθέω.

[
ἐκπέρσαι ἀπρφ. ἀορ. α’ (Α 19)]
[
ἐξεπράθομεν, ἀόρ. β’ (Α 125)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: