Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

γέρων

(ὁ)' γέροντας' ἀπὸ τοῦ Ὁμήρου λαμβάνει σημασίαν πολιτικήν, καθ’ ἣν ἡ ἔννοια τῆς ἡλικίας ὑποχωρεῖ καὶ ἐπικρατεῖ ἡ ἔννοια τοῦ ἀξιώματος· γέροντες ἐκαλοῦντο οἱ πρεσβύτεροι ἢ ἀρχηγοί, οἵτινες μετὰ τοῦ βασιλέως ἀπετέλουν τὴν κυρίαν βουλήν· κίκλησκεν δὲ γέροντας ἀριστῆας Παναχαιῶν Ἰλ. Β. 404 κἑξ., πρβλ. Ι. 570, Ὀδ. Β. 14· (δημογέροντες ὅμως εἶναι ὄντως γέροντες, Ἰλ. Γ. 149).

ΙΙ. ὡς ἐπίθ., παλαιός, γέρον σάκος Ὀδ. Χ. 184.

Ἐτυμ.: ἐκ τῆς αὐτῆς ῥίζης παράγονται τὸ γραῦς, γραῖα, γῆρας, ἀλλ’ ἴσως οὐχὶ τὸ γέρας· σανσκρ. ǵaram, garâ (senex, senectus)· ἀγγλο-σαξ. grœg (ἀγγλ. grey, «ψαρός»)· παλαιο-γερμ. grâ, grâwêr (grau).

Δεν υπάρχουν σχόλια: