Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2008

θοός (ή, όν)

ποιητ. ἐπίθ.' ταχύς, ὀξύς, εὐκίνητος, δραστήριος, ἐνεργητικός, τὸ πλεῖστον ἐπὶ ἐνεργείας (ὠκὺςταχὺς συνήθως κεῖνται πρὸς δήλωσιν ταχύτητος ποδῶν), ἐπίθ. τῶν πολεμιστῶν | ὡς συνεχὲς ἐπιθ. τῶν πολεμικῶν πλοίων, θοαὶ νῆες, ἴσως κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς ἐμπορικὰ πλοῖα | συχνάκις θοὴ νύξ, ταχεῖα, ἐπειδὴ ὑπετίθετο ὅτι ἤλαυνεν ἅρμα ἢ διότι ἐπήρχετο αἰφνιδίως.

[
θοάς, αἰτ. πληθ. τοῦ θοή (Α 12)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: