ποιητ. ἐπίθ.' ταχύς, ὀξύς, εὐκίνητος, δραστήριος, ἐνεργητικός, τὸ πλεῖστον ἐπὶ ἐνεργείας (ὠκὺς ἢ ταχὺς συνήθως κεῖνται πρὸς δήλωσιν ταχύτητος ποδῶν), ἐπίθ. τῶν πολεμιστῶν | ὡς συνεχὲς ἐπιθ. τῶν πολεμικῶν πλοίων, θοαὶ νῆες, ἴσως κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς ἐμπορικὰ πλοῖα | συχνάκις θοὴ νύξ, ταχεῖα, ἐπειδὴ ὑπετίθετο ὅτι ἤλαυνεν ἅρμα ἢ διότι ἐπήρχετο αἰφνιδίως.
[θοάς, αἰτ. πληθ. τοῦ θοή (Α 12)]
Ραψωδία Α (413-427)
Πριν από 12 χρόνια
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου