(ἡ)΄ πλοῖον, Ὅμηρ., κλ.· ἐν νήεσσι ἢ ἐν νηυσίν=ἐν τῷ στρατοπέδῳ ὅπερ ἐσχημάτιζον τὰ πλοῖα ἐξηγμένα εἰς τὴν παραλίαν, Ἰλ. Β. 688, Λ. 659 νῆες μακραί, λατ. naves longae, πολεμικὰ πλοῖα κατεσκευασμένα μακρὰ καὶ στενὰ κατὰ τὰ ἄκρα χάριν ταχύτητος, ἐν ᾧ τὰ ἐμπορικὰ ἦσαν στρογγύλα (νῆες στρογγύλαι, γαῦλοι, ὁλκάδες)
Ἐτυμ.: Ἐκ ῥ. ΝΑΥ ἢ ΝΑϜ, ἴσως συγγενοῦς τῷ νέω (νέϜ-ω), νεύ-σομαι(=κολυμβῶ)· ὅθεν καὶ ναύ-της, ναυ-τίλος, ναῦ-λος, ναῦ-σθλον, ναυτία· προβλ. σανσκρ. nâus, nâu-ka· λατ. nav-is, nav-ita, nau-ta, nav-igo· ἀρχ. σκανδ. nau-st (statio navatis)· ὡσαύτως ἀρχ. γερμ. nach-o (nach-en), ἀγγλοσαξον. nac-a).
[νῆας, αἰτ. πληθ. (Α 12)]
[νηυσί δοτ. πληθ. (Α 26 καὶ Α 89)]
[νήεσσι, δοτ. θηλ. πληθ. (Α 71)]
Ραψωδία Α (413-427)
Πριν από 12 χρόνια
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου