Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

ἐμός ἐμή, όν

κτητ. ἀντων. τοῦ πρώτου προσώπου· (ἐγώ, ἐμοῦ)' ἰδικός μου, λατ. meus, Ὅμ.' συγκεράννυται μετὰ τοῦ ἄρθρου, ὡς, οὑμός εὕρηται ἐν Ἰλ. Θ. 360· καὶ (κατὰ τοὺς παλαιοὺς γραμματ.) τοὐμοῦ Λ. 608, Ὀδ. Δ. 71· τἠμῇ Ἰλ. Ι. 654· - ποιητ. ἀμὸς ὁσάκις ἡ παραλήγουσα ὤφειλε νὰ εἶναι μακρά.

Ι.
μετὰ οὐσιαστ.: 1. ἐξ ὑποκειμ., ἰδικός μου, ἐξ ἐμοῦ, ἐμὸς υἱὸς υἱὸς ἐμός· μετὰ τοῦ ἄρθρ., ὁ ἐμὸς υἱὸςὁ υἱὸς ὁ ἐμός· - παρὰ ποιηταῖς ἐνίοτε συνδυάζεται μετὰ γεν. πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐννοίας τῆς κτήσεως, ἐμὸν αὐτοῦ Ἰλ. Ζ. 446, Ὀδ. Β. 45· δαὴρ... ἐμὸς ἔσκε κυνώπιδος Ἰλ. Γ. 180 | 2. ἐξ ἀντικειμένου, περὶ ἐμοῦ, ἐμὴν... λυγρὴν ἀγγελίην Ἰλ. Τ. 336, πρβλ. Ὀδ. Β. 97.

ΙΙ.
ἄνευ οὐσιαστ., ἐμός, ἰδικός μου, οὐ γὰρ ἐμὸν παλινάγρετον=παλισσύλλεκτον, εἰς τοὐπίσω ληπτόν· ἐξ οὗ ψευδές, ἢ μεταμελητὸν (Σχόλ.), Ἰλ. Α. 526 | 2. ἐμοί, (οἱ) «οἱ ’δικοί» μου, οἱ συγγενεῖς μου, λατ. mei, ὄψει δ’ οὔτ’ ἄρ πω σὺ ἐμοὺς ἴδες οὔτ’ ἄρ’ ἐγὼ σοὺς Ἰλ. Υ. 205.

[
ἐμόν αἰτ. ἐν. τοῦ ἐμός (Α 31)]
[
ἐμά, ὀνομ. πληθ. τοῦ θηλ. ἐμή (Α 42)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: