Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

ἁνδάνω

ἀρέσκω, εὐαρεστῶ, τέρπω, κατὰ τὸ πλεῖστον ἰων. καὶ ποιητ. ἐν χρήσει ὡς τὸ ἥδομαι ἐξαιρέσει τῆς συντάξεως, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ μετὰ δοτ. προσ. Ὅμ., Ἡρόδ., Πίνδ., κτλ.· ὡσαύτως μετὰ διπλῆς δοτ., ἀλλ’ οὐκ Ἀτρεΐδῃ Ἀγαμέμνονι ἥνδανε θυμῷ Ἰλ. Α. 24, πρβλ. Ὀδ. ΙΙ. 28· εἴ σφωϊν κραδίῃ ἅδοι Υ. 327· Πηνελοπείῃ ἥνδανε μύθοισι=οἱ λόγοι αὐτοῦ ἦσαν εὐχάριστοι τῇ Πηνελόπῃ, Π. 398.

Ἐτυμ.: Ἐκ ῥ. ΣFΑΔ· πρβλ. σανσκρ. svad, svad-âmi (gusto placeo), svâd-us (dulcis), λατ. sua-vis (ὅ ἐ. suadvis), suad-eo, γοτθ. sut-is, παλαιο-σκανδιν. sœt-r (ἢ μᾶλλον sœtr), ἀγγλοσαξ. swêt-e, παλ. ὑψ. γερμ. suoz-i (süss). Ἐκ τῆς αὐτῆς ῥίζης πιθανῶς παράγονται καὶ τὰ ἥδομαι, ἡδύς, ἧδος, ἡδονή, ἄσμενος, ἴσως δὲ καὶ τὸ ἑδανός.

[
ἥνδανε γ’ ἐν. πρτ. (Α 24)]

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Τὸ ἁνδάνω δὲν εἶναι δασυνόμενο;

Ἀριστοκλῆς

kalliopi είπε...

Ναι, σ' ευχαριστώ.