προθ.' κάγ πρὸ τοῦ γ, κάκ πρὸ τοῦ κ, κάμ πρὸ τοῦ μ, κάν πρὸ τοῦ ν, κάπ πρὸ τοῦ π ἢ φ, κάρ πρὸ τοῦ ρ, κάτ πρὸ τοῦ τ ἢ θ.
Ι . μετὰ γεν., Α. σημαίνουσα κίνησιν ἐκ τῶν ἄνω πρὸς τὰ κάτω | Β. πρὸς τὰ κάτω, κατεπάνω τινός, ἐπάνω εἴς τι΄ κατὰ χθονὸς ὄμματα πῆξαι=νὰ καρφώσει τὸ βλέμμα κάτω εἰς τὸ ἔδαφος΄ ἐπὶ βέλους ἤ ἀκοντίου, κατὰ γαίης ᾤχετο=ἐπέταξε διὰ νὰ καρφωθῇ εἰς τὴν γῆν΄ παίω κατά τινος=κτυπῶ τινα | Γ. πρὸς δήλωσιν τοῦ: κατά τινος, ἐναντίον τινός, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τινα' λόγος κατά τινος=λόγος ἐναντίον κατηγορουμένου τινός' ἐν ᾦ λόγος πρός τινα=λόγος εἰς ἀπάντησιν πρός τινα ἀντίδικον.
ΙΙ. μετὰ αἰτιατ., Α. πρὸς δήλωσιν κινήσεως πρὸς τὰ κάτω (ἀλλ᾿ οὐχὶ ἐκ τῶν ἄνω)΄ κατὰ ρόον=πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τοῦ ρεύματος κάτω (πρὸς τὰς ἐκβολὰς τοῦ ποταμοῦ), ἀντιθ. τῷ ἀνὰ ρόον=πρὸς τὰς πηγὰς τοῦ ποταμοῦ (ἐπάνω) | 2. ἐπὶ κινήσεως ἐπάνω εἰς ἔκτασίν τινα, διὰ μέσου ἐκτάσεώς τινος΄ κατὰ γαῖαν, κατὰ πόντον' ὡσ. ὅταν ὁρίζεται τὸ βαλλόμενον σημεῖον: βάλλω κατ᾿ ἀσπίδα=κτυπῶ (εἰς) τὴν ἀσπίδα | 3. γενικῶς, ἐπὶ τόπου ἐκτεταμένου: κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν=καὶ στὴ στεριὰ καὶ στὴ θάλασσα | Β. διανεμητικῶς, ἐπὶ ὅλου τινὸς κατανεμημένου εἰς μέρη: κατὰ φῦλα, κατὰ φρήτρας' κατὰ σφέας=καθ᾿ ἑαυτούς, χωριστά' οὕτω καὶ ἐπὶ μερῶν χρόνου, κατ᾿ ἐνιαυτόν=καθ᾿ ἕκαστον ἔτος΄ ὡσ. ἐπὶ ἀριθμῶν, κατ᾿ ὀλίγους=λίγοι λίγοι κάθε φορά | Γ. πρὸς δήλωσιν τοῦ σκοποῦ δι᾿ ὅν γίνεται ἡ κίνησις πρός τινα κατεύθυνσιν: πλέω κατὰ πρῆξιν=πλέω χάριν ἐμπορίου΄ πλάζομαι κατὰ ληϊδα=περιπλανῶμαι πρὸς ἀναζήτησιν λείας | Δ. πρὸς δήλωσιν συμφωνίας πρός τι: συμφώνως πρός... ἀναλόγως πρός...: κατὰ θυμόν=συμφώνως πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν μου' κατὰ φύσιν=φυσικά' κατά δύναμιν | 2. ἐν σχέσει πρός τι, ὅσον ἀφορᾷ τι, κατὰ τά...: τὰ κατὰ πόλεμον=ὅ,τι ἀφορᾷ τὸν πόλεμον | Ε. ἐπὶ ἀριθμῶν, περίπου, σχεόν, ὡς ἔγγιστα: κατὰ ἑξηκόσια ἔτεα=περίπου ἑξακόσια ἔτη | ΣΤ. ἐπὶ χρόνου, κατὰ τὴν διάρκειάν τινος, διαρκοῦντος τοῦ..., ἐν καιρῷ τοῦ..., κατὰ τόν...: κατὰ τὸν πόλεμον=κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου | Ζ. τὸ συγκριτ. ἀκολουθεῖται συνήθως ὑπὸ τῆς περιφρ. ἢ κατὰ + αἰτ.: μεῖζον ἢ κατ᾿ ἄνθρωπον=περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι δύναται ὁ ἄνθρωπος.
ΙΙΙ. θέσις: ὁσάκις ἡ πρόθ. κατὰ τίθεται μετὰ τὴν ἐξ αὐτῆς ἐξαρτωμένην λέξιν, γράφεται μὲ ἀνεστραμμένον τὸν τόνο (κάτα): Ἀτρειδῶν κάτα.
IV. ὡς ἐπίρρ. = κάτω΄ πρὸς τὰ κάτω, ἄνωθεν, ἀπὸ ἐπάνω πρὸς τὰ κάτω.
V. ἐν συνθέσει δηλοῖ: 1. πρὸς τὰ κάτω, κάτω: καταβαίνω, κατάκειμαι | 2. συμφωνίαν πρός τι, ἀνταπόκρισιν: κατᾴδω | 3. τὸ ἐναντίον, ἐχθρικὴν σχέσιν: κατ-ηγορέω | 4. συχνὰ ἐνισχύει ἁπλῶς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἁπλοῦ: κατα-κόπτω, κατα-τρώγω.
[Ι. Σταματάκου - Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης]
Ραψωδία Α (413-427)
Πριν από 12 χρόνια
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου