Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

κατά

προθ.' κάγ πρὸ τοῦ γ, κάκ πρὸ τοῦ κ, κάμ πρὸ τοῦ μ, κάν πρὸ τοῦ ν, κάπ πρὸ τοῦ πφ, κάρ πρὸ τοῦ ρ, κάτ πρὸ τοῦ τθ.

Ι . μετὰ γεν., Α. σημαίνουσα κίνησιν ἐκ τῶν ἄνω πρὸς τὰ κάτω | Β. πρὸς τὰ κάτω, κατεπάνω τινός, ἐπάνω εἴς τι΄ κατὰ χθονὸς ὄμματα πῆξαι=νὰ καρφώσει τὸ βλέμμα κάτω εἰς τὸ ἔδαφος΄ ἐπὶ βέλους ἤ ἀκοντίου, κατὰ γαίης ᾤχετο=ἐπέταξε διὰ νὰ καρφωθῇ εἰς τὴν γῆν΄ παίω κατά τινος=κτυπῶ τινα | Γ. πρὸς δήλωσιν τοῦ: κατά τινος, ἐναντίον τινός, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τινα' λόγος κατά τινος=λόγος ἐναντίον κατηγορουμένου τινός' ἐν ᾦ λόγος πρός τινα=λόγος εἰς ἀπάντησιν πρός τινα ἀντίδικον.

ΙΙ. μετὰ αἰτιατ., Α. πρὸς δήλωσιν κινήσεως πρὸς τὰ κάτω (ἀλλ᾿ οὐχὶ ἐκ τῶν ἄνω)΄ κατὰ ρόον=πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τοῦ ρεύματος κάτω (πρὸς τὰς ἐκβολὰς τοῦ ποταμοῦ), ἀντιθ. τῷ ἀνὰ ρόον=πρὸς τὰς πηγὰς τοῦ ποταμοῦ (ἐπάνω) | 2. ἐπὶ κινήσεως ἐπάνω εἰς ἔκτασίν τινα, διὰ μέσου ἐκτάσεώς τινος΄ κατὰ γαῖαν, κατὰ πόντον' ὡσ. ὅταν ὁρίζεται τὸ βαλλόμενον σημεῖον: βάλλω κατ᾿ ἀσπίδα=κτυπῶ (εἰς) τὴν ἀσπίδα | 3. γενικῶς, ἐπὶ τόπου ἐκτεταμένου: κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν=καὶ στὴ στεριὰ καὶ στὴ θάλασσα | Β. διανεμητικῶς, ἐπὶ ὅλου τινὸς κατανεμημένου εἰς μέρη: κατὰ φῦλα, κατὰ φρήτρας' κατὰ σφέας=καθ᾿ ἑαυτούς, χωριστά' οὕτω καὶ ἐπὶ μερῶν χρόνου, κατ᾿ ἐνιαυτόν=καθ᾿ ἕκαστον ἔτος΄ ὡσ. ἐπὶ ἀριθμῶν, κατ᾿ ὀλίγους=λίγοι λίγοι κάθε φορά | Γ. πρὸς δήλωσιν τοῦ σκοποῦ δι᾿ ὅν γίνεται ἡ κίνησις πρός τινα κατεύθυνσιν: πλέω κατὰ πρῆξιν=πλέω χάριν ἐμπορίου΄ πλάζομαι κατὰ ληϊδα=περιπλανῶμαι πρὸς ἀναζήτησιν λείας | Δ. πρὸς δήλωσιν συμφωνίας πρός τι: συμφώνως πρός... ἀναλόγως πρός...: κατὰ θυμόν=συμφώνως πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν μου' κατὰ φύσιν=φυσικά' κατά δύναμιν | 2. ἐν σχέσει πρός τι, ὅσον ἀφορᾷ τι, κατὰ τά...: τὰ κατὰ πόλεμον=ὅ,τι ἀφορᾷ τὸν πόλεμον | Ε. ἐπὶ ἀριθμῶν, περίπου, σχεόν, ὡς ἔγγιστα: κατὰ ἑξηκόσια ἔτεα=περίπου ἑξακόσια ἔτη | ΣΤ. ἐπὶ χρόνου, κατὰ τὴν διάρκειάν τινος, διαρκοῦντος τοῦ..., ἐν καιρῷ τοῦ..., κατὰ τόν...: κατὰ τὸν πόλεμον=κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου | Ζ. τὸ συγκριτ. ἀκολουθεῖται συνήθως ὑπὸ τῆς περιφρ. ἢ κατὰ + αἰτ.: μεῖζον ἢ κατ᾿ ἄνθρωπον=περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι δύναται ὁ ἄνθρωπος.

ΙΙΙ. θέσις: ὁσάκις ἡ πρόθ. κατὰ τίθεται μετὰ τὴν ἐξ αὐτῆς ἐξαρτωμένην λέξιν, γράφεται μὲ ἀνεστραμμένον τὸν τόνο (κάτα): Ἀτρειδῶν κάτα.

IV. ὡς ἐπίρρ. = κάτω΄ πρὸς τὰ κάτω, ἄνωθεν, ἀπὸ ἐπάνω πρὸς τὰ κάτω.

V. ἐν συνθέσει δηλοῖ: 1. πρὸς τὰ κάτω, κάτω: καταβαίνω, κατάκειμαι | 2. συμφωνίαν πρός τι, ἀνταπόκρισιν: κατᾴδω | 3. τὸ ἐναντίον, ἐχθρικὴν σχέσιν: κατ-ηγορέω | 4. συχνὰ ἐνισχύει ἁπλῶς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἁπλοῦ: κατα-κόπτω, κατα-τρώγω.

[
Ι. Σταματάκου - Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης]

Δεν υπάρχουν σχόλια: