Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2008

πότε

ἰων. κότε, δωρ. πόκα, αἰολ. πότα' ἐρωτηματ. μόριον ἐν χρήσει εἰς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους ἐρωτήσεις, ἔχον ἀντίστοιχα τὰ ἀναφορ. ὅτε, ὁπότε καὶ τὸ δεικτικὸν τότε, πότε κέν τις ἀναπνεύσειε πόνοιο; Ἰλ. Τ. 227· πότ’ ᾤχετο καὶ τίνες αὐτῷ κοῦροι ἕποντ’ Ὀδ. Δ. 642.

ΙΙ. συχνότερον ποτέ, ἰων. κοτέ, δωρ. ποκά, ἐγκλιτικὸν μόριον: 1. κατά τινα χρόνον, «ποτέ», τάχ’ ἄν ποτε θυμὸν ὀλέσσῃ Ἰλ. Α. 205, πρβλ. Ὀδ. Β. 76, κτλ. | 2. ἐν ὑποθετικαῖς προτάσεσιν, ἐρωτήσεσι κτλ.' ὡσαύτως μετὰ τό πω, ἴδε πώποτε· ― ὡσαύτως συχνότατα μετ’ ἀρνητικῶν οὔτε ποτ’... Ἰλ. Α. 226' οὐκ ἂν δήποτε, οὐ γάρ ποτε Ἰλ. Τ. 271, κτλ.

ΙΙΙ. ἐπὶ ἀγνώστου ἢ ἀορίστου χρονικοῦ σημείου, 1. ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸ παρελθόν, ὅν ποτ’ Ἀθήνη θρέψε Ἰλ. Β. 547, κτλ.· οὕς ποτ’ ἀπ’ Αἰνείαν ἑλόμην, ἐπὶ τῆς προηγουμένης ἡμέρας, Θ. 108, πρβλ. Ξ. 45, ὡσαύτως, ἤδη ποτὲ Ἰλ. Α. 260 | 2. ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὸ μέλλον, κατά τινα χρόνον, καί ποτέ μοι... παρέσσεται... δῶρα Ἰλ. Α. 213, πρβλ. 240.

Δεν υπάρχουν σχόλια: