Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

κίω

πορεύομαι, ὑπάγω, παρ’ Ὁμ. σχεδὸν ἀείποτε ἐπὶ προσώπων, Ἰλ. Β. 565., Ω. 471, Ὀδ. Δ. 427, κτλ.· ἀλλ’ ἐπὶ πλοίων, Ἰλ. Β. 509.

Ἐτυμ.: ἐκ τῆς ῥ. ΚΙ, κί-ω, πηγαίνω, ἥτις γίνεται μεταβατικὴ ἐν τῷ κιν-έω, κίν-υμαι· πρβλ. σανσκρ. śi (acuere), śin-utê (κίνυται)· λατ. ci-o, ci-eo, ci-tus, ex-ci-to, κτλ. καὶ ἴσως κῖ-κυς, κι-κύω.

[
κιών ἀρσ. μτχ. ἐνεστ. (Α 35)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: