Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

ἶφι

(ἴσως ἀρχαία δοτ. τοῦ ἴς) ἐπ. ἐπίρρ., ἰσχυρῶς, κραταιῶς, συχν. παρ᾿ Ὁμ., ἀλλὰ μόνον μετὰ τεσσάρων ῥημάτων, ἶφι ἀνάσσειν=κραταιῶς ἢ κρατερῶς κυβερνᾶν, βασιλεύειν, Τενέδοιό τε ἶφι ἀνάσσεις Ἰλ. Α. 38, κτλ.· ἶφι μάχεσθαι=ἀνδρείως, Α. 151· ἶφι δαμῆναι, δαμασθῆναι ὑπερτέρα δυνάμει, Τ. 417, Ὀδ. Σ. 156· ἶφι κτάμενος Ἰλ. Γ. 375.

1 σχόλιο:

demetrius είπε...

από ό,τι γνωρίζω το ἶφι είναι κατάλοιπο οργανικής πτώσης (σε -φι, δες Μυκηναϊκη κατάληξη οργανικής σε -pi, te-u-ke-pi = τεύχεσφι )