Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2008

φαρέτρα

ἰων. φαρέτρη (ἡ)΄(φέρω)' θήκη γιὰ βέλη' “ἰοδόκοςἸλ.15.443' “ὡς εἴ τε φαρέτρῃ πῶμ᾽ ἐπιθείη” Ὀδ.9.314' “ἀμφηρεφής” Ἰλ.1.45.

Δεν υπάρχουν σχόλια: