Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

πολύς, πολλή, πολύ

κυρίως ἐπὶ ἀριθμοῦ, ὡς καὶ νῦν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ὀλίγος ― μετὰ ὀνομάτων δηλούντων πλῆθος, πουλὺς ὅμιλος Ὀδ. Θ. 109 | 2. οὐ μόνον ἐπὶ ἀριθμοῦ ἀλλὰ καὶ μεγέθους, βαθμοῦ, δυνάμεως, ἐπιτάσεως, σφοδρός, ἰσχυρός, ὄμβρος, νιφετὸς Ἰλ. Κ. 6· π. ὕπνος=βαθὺς ὕπνος, Ὀδ. Ο. 394· π. πῦρ Κ. 359· π. ὑμέναιος=ἠχηρὸς γαμήλιος ὕμνος, Ἰλ. Σ. 493· π. ὀρυμαγδός, ῥοῖζος, κτλ., Β. 810, κτλ. | 3. ἐπὶ τῆς ἀξίας ἢ σπουδαιότητος πράγματός τινος, πολέος δὲ οἱ ἄξιος ἔσται Ἰλ. Ψ. 562, Ὀδ. Θ. 405 | 4. ἐπὶ χώρου καὶ ἐκτάσεως, μέγας, μακρός, ἐκτεταμένος ἀντίθετον τῷ μικρός· π. χώρη, πεδίον Ἰλ. Ψ. 520πολλὸς ἔκειτο=ἔκειτο κατέχων πολλὴν ἔκτασιν, Ἰλ. Η. 456, πρβλ. Λ. 307.

Περισσότερα.

Κλίση τοῦ πολύς, πολλή, πολύ.

Ἐτυμ.: πιθανῶς ἐκ τῆς ῥ. ΠΛΕ, πρβλ. πλέ-ες, πλε-ίων, πλε-ῖστος, πλήν· σανσκρ. pur-us (Βεδ. pul-us)· λατ. plu-res ( ἀρχ. λατ. ple-ores), plus, plerique· γοτθ. fil-u (πολύς), filu-sna (πλῆθος)· ἀρχ. σκανδιν. flei-ri, fle-ster (πλείων, πλεῖστος), κτλ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: