Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

εὔκομος

ἐπ. ἠΰκομος, ον, (εὖ + κόμη) ἔχων ὡραίαν κόμην, ἐπὶ θεαινῶν καὶ εὐγενῶν γυναικῶν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: