Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2009

φεύγω

τρέπομαι σὲ φυγή | 2. μετ’ ἀπρφ., ἀποφεύγω νὰ πράξω τι, ἀποδειλιῶ καὶ δὲν ἀποφασίζω νὰ τὸ πράξω | 3. ἀπολ. φοβᾶμαι, κατέχομαι ὑπὸ φόβου | 4. μετ’ αἰτ., ἀποφεύγω τι(νά), διαφεύγω τι(νά), ἐκφεύγω ἔκ τινος.

[
φύγοιμεν, εὐκτ. ἀορ. (Α 60)]
[
φεῦγε, β’ ἑν. προστ. (Α 173)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: