Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

ὁμοῦ

ἐπίρ. (κυρίως γεν. οὐδ. τοῦ ὁμός)' ἐπὶ τόπου, στὸν ἴδιο τόπο, μαζί | 2. μαζί, συγχρόνως, συνάμα | 3. μετὰ δοτ., μαζὶ μέ τινα: ὁμοῦ νεκύεσσι=μεταξὺ τῶν νεκρῶν, μαζὶ μὲ τοὺς νεκρούς.

ΙΙ.
ἐγγύς, πολὺ πλησίον, ἐγγύτατα | 2. σχεδόν, περίπου | 3. ὁμοῦ καί=ἀκριβῶς ὅπως.

Δεν υπάρχουν σχόλια: