Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2009

ἀμύνω

[α προθεμ. + ρ. μυν- (πρβλ. μύνη=πρόφαση πρὸς ἀναβολή)] ' κρατῶ μακράν, ἀπομακρύνω, ἀπωθῶ | 2. ὑπερασπίζω, μάχομαι ὑπέρ τινος, βοηθῶ | 3. σπάνια, ἀνταποδίδω | 4. ὑπερασπίζω ἐμαυτὸν ἐναντίον τινος | 5. ἐκδικοῦμαι ἐμαυτὸν ἢ ἄλλον τινα | 6. τιμωρῶ.

[
ἀμῦναι, ἀπρφ. ἐνεργ. ἀορ. α’ (A 67)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: