Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2009

τέλειος

τέλεος, α, ον (τέλος)' αὐτὸς ποὺ ἔχει φτάσει εἴς ὁρισμένο τέλος, πλήρης, ὁλόκληρος, ἀκέραιος | 2. ἐπὶ θυμάτων, ἀρτιμελής, χωρὶς ἐλαττώματα' ἐπὶ θυσιῶν, τέλεια ἱερά=θυσίες πλήρεις | 3. ἐπὶ ζῴων (καὶ ἀνθρώπων), ἀκμαῖος, ὥριμος στὴν ἡλικία, ὅθεν τέλειος στὸ εἴδος του, ὁλοκληρωμένος, χωρὶς καμία ἔλλειψη | 4. ἐπὶ εὐχῶν, πραγματοποιηθείς, ἐκπληρωθείς.

ΙΙ. ὡς ἐνεργ., ὁ ἐκπληρῶν, ὁ ἐκτελῶν, αὐτὸς ποὺ ἔχει τὴ δύναμη νὰ φέρει τι εἴς πέρας, ὁ ἱκανὸς νὰ πράξῃ τι ἤ νὰ προκαλέσῃ τι' τέλειος ἀνήρ=οἰκογενειάρχης, οἰκοδεσπότης, μὲ πλήρη ἐξουσία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: