Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

κόρη (Α)

ἰων. κούρη, δωρ. κώρα, κόρα (ἡ)' θηλ. τοῦ κόρος, κοῦρος' παρθένα, κοπέλα, δεσποινίς | 2. νύφη, νεαρὴ σύζυγος | 3. θυγατέρα | 4. ἡ κόρη τοῦ ὀφθαλμοῦ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: