-ωπος (ὁ, ἡ)' θηλ. ἑλικῶπις, -ιδος' (ἕλιξ + ὤψ): ὁ ἔχων εὐστρόφους ὀφθαλμούς, ὁ ἔχων γοργὸ βλέμμα | 2. κατ᾿ ἄλλους, μελανόφθαλμος ἢ οἱ ἔχοντες ὀφθαλμούς ποὺ λάμπουν.
Ἐτυμ.: ἐκ ρ. ΕΛ-, πρβλ. σέλας=λάμψη.
Ραψωδία Α (413-427)
Πριν από 12 χρόνια
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου