Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

ἑλίκωψ

-ωπος (ὁ, ἡ)' θηλ. ἑλικῶπις, -ιδος' (ἕλιξ + ὤψ): ὁ ἔχων εὐστρόφους ὀφθαλμούς, ὁ ἔχων γοργὸ βλέμμα | 2. κατ᾿ ἄλλους, μελανόφθαλμος ἢ οἱ ἔχοντες ὀφθαλμούς ποὺ λάμπουν.

Ἐτυμ.: ἐκ ρ. ΕΛ-, πρβλ. σέλας=λάμψη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: