Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

ἱερός -ά, -όν

και -ός, -όν' θεϊκός, αὐτὸς ποὺ βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὴν προστασία τοῦ θεοῦ, ποὺ ἐμπνέεται ἀπὸ τὸν θεό, γενναίος, δυνατός' ΟΜ Οδ 7.167 ἐπεὶ τό γ΄ ἄκουσ΄ ἱερὸν μένος Ἀλκινόοιο (=ὁ θεϊκὸς Ἀλκίνοος)' ἀφιερωμένος στὸν θεό, ἄγιος, ἱερός, σεπτός, ἀμόλυντος' σὲ συνδυασμὸ μὲ τοπωνύμιο ἢ προσηγορικὸ τόπου' ΟΜ Οδ 1.2 ἐπεὶ Τροίης ἱερὸν πτολίεθρον ἔπερσε | Β. τὰ ἱερά=προσφορές, θυσίες, ἱερὲς τελετές, ἐντόσθια τοῦ θύματος' φρ. ἱερὸν ἦμαρ=θεία μέρα' ΟΜ Οδ 9.56 ὄφρα μὲν ἠὼς ἦν καὶ ἀέξετο ἱερὸν ἦμαρ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: