Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

ἱλάσκομαι

καὶ ἱλάομαι, (ἵλαος), ἀποθ.' ἐπὶ θεῶν, ἐξιλεώνω, ἐξευμενίζω, καταπραΰνω.

[
ἱλασσάμενοι, μτχ. ἐπ. ἀορ. α’ (Α 100)]
[
ἱλάσσεαι, ἐπ. ἀντὶ ἱλάσῃ, β’ ἑν. ὑποτ. ἀορ. α’ (Α 147)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: