Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2009

ἄγω

ἄγω ἐνεργ., ὁδηγῶ | 2. φέρνω, μεταφέρω, παίρνω κάτι ἢ κάποιον μαζί μου, μεταφέρω (γυναῖκα, αἰχμάλωτο, ἐταίρους, δοῦλο)' ΟΜ Ιλ 23.512 δῶκε δ΄ ἄγειν ἑτάροισιν...γυναῖκα καὶ τρίποδα φέρειν' φρ. ἄγω καὶ φέρω=λεηλατῶ, διαρπάζω | 3. κυβερνῶ, διευθύνω, καθοδηγῶ' ΟΜ Ιλ 2.580 οὕνεκ' ἄριστος ἔην πολὺ δὲ πλείστους ἄγε λαούς | 4. βαδίζω, προχωρῶ' ἐπιρρηματικὴ χρήση τῆς προστακτικῆς ἄγε, ἄγετε=έλα, ελάτε, εμπρός! | 5. γιορτάζω | 6. τηρῶ, φυλάγω, διατηρῶ, παρατηρῶ' περνῶ τὸν χρόνο μου, τὴ ζωή μου | 7. νομίζω, θεωρῶ (συνώνυμο τοῦ ἡγεόμαι), εκτιμώ | 8. συνώνυμο τοῦ ἕλκειν=ἔχω τόσο βάρος, ζυγίζω | 9. ἀνατρέφω, διαπαιδαγωγῶ.

ΙΙ. μέσον, ἄγομαι' αποκτῶ καὶ μεταφέρω'
ΟΜ Οδ 10.35 καί μ΄ ἔφασαν χρυσόν τε καὶ ἄργυρον οἴκαδ΄ ἄγεσθαι | 2. παντρεύομαι | 3. φέρνω, κρατῶ | 4. ἀναλαμβάνω, ἐπιχειρῶ.

ΙΙΙ. παθητικό, ὁδηγοῦμαι, φέρομαι | 2. μεταφέρομαι, παρασύρομαι, σέρνομαι στὴ σκλαβιά | 3. ἀνατρέφομαι, ἐκπαιδεύομαι | 4. προχωρῶ, εἰσχωρῶ | 5. θεωροῦμαι.

[ἄγειν, ἀπρφ. ἐνεστ. (Α 99)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: