Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009

κακός

-ή, -όν' ἐπὶ προσ., ἄσχημος, δύσμορφος, ἀξιολύπητος, ἐλεεινός' ΟΜ Ιλ 10.316 ὃς δή τοι εἶδος μὲν ἔην κακός | 2. ἀνίκανος, ἀδέξιος' δειλός, ἄνανδρος | 3. μὴ εὐγενικῆς καταγωγῆς, ἄσημος, χυδαῖος, τιποτένιος' ΟΜ Οδ 4.64 ἐπεὶ οὔ κε κακοὶ τοιούσδε τέκοιεν | 4. ἐχθρικός, κακόβουλος, μοχθηρός, πονηρός, μισητός | Β. αὐτὸς ποὺ προξενεῖ συμφορά, ὀδυνηρός, δυσμενής, βλαβερός, ὀλέθριος' ΟΜ Ιλ 1.382 ἧκε δ΄ ἐπ΄ Ἀργείοισι κακὸν βέλος' ΟΜ Ιλ 4.15 πόλεμόν τε κακὸν' ὑβριστικός, προσβλητικός | Γ. τὸ οὐδ. ὡς οὐσ. τὸ κακόν, τὰ κακά=δυστυχία, κακοτυχία, συμφορά, κακὴ πράξη.

ΙΙ.
ἐπίθετο συγκρ. κακίων, κακίων, κάκιον, ὑπερθ. κάκιστος, κακίστη, κάκιστον | 2. συγκρ. χείρων, ὑπερθ. χείριστος | 3. συγκρ. ἥττωνἥσσων, ὑπερθ. ἥκιστος | Β. ἐπίρρημα συγκρ. κάκιον, ὑπερθ. κάκιστα | 2. συγκρ. χεῖρον, ὑπερθ. χείριστα | 3. συγκρ. ἦττον, ὑπερθ. ἥκιστα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: