Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2009

κέλομαι

(κέλλω)' ποιητ. ἀντὶ κελεύω' ὠθῶ πρὸς τὰ ἐμπρός, παρορμῶ, παρακινῶ, διατάσσω | 2. ὡς τὸ καλέω: καλῶ, προσκαλῶ.

[
κέλεαι, ἐπ. β’ ἑν. (Α 74 - Α 134)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: