Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2009

προσεῖπον

ἀόρ. β’ ἄνευ ἐνεστ. ἐν χρήσει' χρησιμοποιεῖται ὡς ἐν. τοῦ προσαγορεύω' μιλάω σὲ κάποιον, προσφωνῶ, χαιρετίζω | 2. καλῶ, ἀποκαλῶ, ὀνομάζω.

[
προσέειπε, ἀόρ. β’ ἄνευ ἐνεστ. ἐν χρήσει, ἐπ. ἀντὶ προσεῖπε (Α 105 - A 206)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: