Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2009

δέρκομαι

ἀποθ.: βλέπω καθαρὰ, κοιτάζω, παρατηρῶ, βλέπω τὸ φῶς, ζῶ | 2. βλέπω εἴς τι ἢ πρός τι | 3. γεν. ἀντιλαμβάνομαι, διακρίνω

Ἐτυμ.: ἐκ ῥ. ΔΕΡΚ-: δέργμα, δέρξις, δρά-κων, δορκ-άς.

[
δερκομένοιο, εὐκτ. ἐνεστ. (Α 88)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: