Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

πέρ

ἐγκλ. μόριον ἐνισχῦον τὴν λέξη, εἰς τὴν ὁποῖα προστίθεται' πολύ, πάρα πολύ, λίαν' κρατερός περ=ἰσχυρὸς ὅπως εἶναι' ὀλίγον περ=πολὺ ὀλίγον μάλιστα | 2. ὡς τὸ καίπερ' ἂν καί, μολονότι, ὅσον καὶ ἄν | 3. οὐδέπερ=ἀκόμη καί... δέν, ὅλως διόλου δέν | 4. τουλάχιστον, πάντως, πάντως ὅμως' ἄλλους περ ἐλέαιρε=τουλάχιστον τοὺς ἄλλους λυπήσου | 5. συναπτόμενο, εἴ-περ, ὅτε περ, ὅταν περ, ὅσ-περ, διό-περ, ὥσ-περ, καί-περ, κ.ἄ.

Ἐτυμ.: περ: περί=ὑπέρ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: