Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

χόλος

(ὁ), ὡς τὸ χολή' πικρὴ ὀργή, ἄγριος θυμός, μῖσος.

Ἐτυμ.: χόλος, χολή, χολικός, χολάω, χολόω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: