Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2008

χολόω

(χόλος) ταράσσω (ἐρεθίζω) τὴν χολή τινος | ὅθεν, κάνω κάποιον νὰ θυμώσει, ὀργίζω κάποιον.

ΙΙ.
μέσο και παθ., ὀργίζομαι, θυμώνω.

[
χολωθείς, μτχ. ἀρσ. παθ. ἀορ. α' (Α 9)]
[
κεχολώσεται, τετελ. μέλλ. (Α 139)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: