Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

χείρων

(ὁ, ἡ), ον (τό)' ἐπ. χερίων, ον' δωρ. χερῄων' ποιητ. καὶ χειρότερος, χερειότερος' ἀνωμ. συγκρ. τοῦ κακός' ὑπερθ. χείριστος' σχηματισμένο ἔξ ἀπαρχ. ἐπιθ. *χέρης' ἀσθενέστερος, χειρότερος, κατώτερος.

[
χέρηϊ, δοτ. τοῦ χέρης (Α 80)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: