Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

ἀγορεύω

(ἀγορά)' μιλῶ στὴν ἀγορά, στὴ συνέλευση, δημηγορῶ | 2. διατυπώνω τὴν γνώμη μου | 3. γεν., μιλῶ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: