Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

ἐθέλω

θέλω, εἶμαι πρόθυμος, ποθῶ, εὔχομαι, ἐπιθυμῶ | 2. μετ᾿ ἀρνήσεως, δὲν εἶμαι ἱκανός, δὲν ἔχω τὴν δύναμη, σχεδὸν ἰσοδύναμο μὲ τὸ δύναμαι.

ΙΙ. ἐπὶ πραγμ., σχεδὸν ἰσοδύναμο μὲ τὸ μέλλω, γιὰ νὰ ἐκφράσει ἕνα μελλοντικὸ γεγονός | 2. εἶμαι συνηθισμένος (νὰ πράττω τι προθύμως) | 3. σκοπεύω, ἐννοῶ, σημαίνω.

[
ἔθελον, ἐπ. ἀντὶ ἤθελον, α’ ἑν. ὀριστ. πρτ. (Α 112)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: