Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

εἰμί

αἰολ. ἐμμί (ἔκ τινος ἀρχικοῦ ἔω)' εἶμαι, ὑπάρχω, ὑφίσταμαι ὡς ὕπαρξις, ζῶ | 2. ἔστι ἀπροσ. μετ’ ἀπρφ.=εἶναι δυνατόν, εἶναι θεμιτόν | 3. εἰμί μετὰ γεν. πρὸς δήλωσιν καταγωγῆς ἢ προελεύσεως | 4. μετὰ δοτ., ἔστι μοι=ἔχω΄ ἐμοὶ δέ κεν ἀσμένῳ εἴη=θὰ ἦταν εὐχάριστον δι’ ἐμέ, θὰ ἦμουν εὐχαριστημένος | 5. τὰ ὄντα=τὰ ὑπάρχοντα πράγματα΄ τὰ ὄντα εἰρηκέναι=λέγειν τὴν ἀλήθειαν | 6. ἔστιν ὅς, εἰσίν οἳ=κάποιος, μερικοί' ἔστιν ὅτεἔσθ’ ὅτε= ἐνίοτε, κάποτε-κάποτε' ἔσθ’ ὅπῃἔσθ’ ὅπου=κάπως, κάπου' ἔστιν ὅπως=κάπως.

[
ἐόντα (τά), μτχ. ἐνεστ. πληθ.' αὐτὰ ποὺ εἶναι, ποὺ ὑπάρχουν, τὰ ὑπάρχοντα, τὰ παρόντα. (Α 70)]
[
ἐσσόμενα (τά), μτχ. πληθ. μελλ.' αὐτὰ ποὺ θὰ εἶναι, τὰ μελλούμενα. (Α 70)]
[
εἶναι, ἀπρφ. ἐνεστ. (Α 91)]
[
ἔμμεναι, ἐπ. ἀπρφ. (Α 117)]
[
ἔω, ἰων. ἀντὶ , ὑποτ. ἐνεστ. (Α 119)]
[
ἐών, ὁμηρ. καὶ ἰων. ἀντὶ ὤν, μτχ. ἐνεστ. (A 131)]
[
ἔσται, γ’ ἑν. μέλλ. (Α 136)]
[
ἔστω, γ’ ἑν. προστ. ἐνεστ. (Α 144)]
[
ἐσσί, ἐπ. καὶ δωρ. ἀντὶ εἶς, εἶ, β’ ἑν. (Α 176)]
[
ἔσεται, ποιητ. ἀντὶ ἔσται, γ’ ἑν. μέλλ. (Α 211)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: