ἀόρ. β' ὡσει ἐξ ἐνεστ.*εἴπω=*ἔπω. Ὁ ἐνεστ. ἀναπληροῦται διὰ τῶν φημί, λέγω ἤ ἀγορεύω, ὁ μέλλων καὶ ὁ πρκ. διὰ τῶν τύπων ἐρέω, ἐρῶ, εἴρηκα' λέγω, ὁμιλῶ | 2. μετ’ ἀπρφ., κελεύω, λέγω σὲ κάποιον νὰ κάνει κάτι | 3. προσαγορεύω τινά | 4. ὀνομάζω, λέγω, ἀποκαλῶ τινα | 5. περί τινος ὁμιλῶ.
[εἰπών, μτχ. (Α 68)]
[εἰπέ, προστ. ἐνεστ. (Α 85)]
[εἶπας, ἀόρ. α’ ἀντὶ τοῦ συνήθους β’ εἶπον (Α 106)]
Ραψωδία Α (413-427)
Πριν από 12 χρόνια
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου