Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

εἴπον

ἀόρ. β' ὡσει ἐξ ἐνεστ.*εἴπω=*ἔπω. Ὁ ἐνεστ. ἀναπληροῦται διὰ τῶν φημί, λέγωἀγορεύω, ὁ μέλλων καὶ ὁ πρκ. διὰ τῶν τύπων ἐρέω, ἐρῶ, εἴρηκα' λέγω, ὁμιλῶ | 2. μετ’ ἀπρφ., κελεύω, λέγω σὲ κάποιον νὰ κάνει κάτι | 3. προσαγορεύω τινά | 4. ὀνομάζω, λέγω, ἀποκαλῶ τινα | 5. περί τινος ὁμιλῶ.

[
εἰπών, μτχ. (Α 68)]
[
εἰπέ, προστ. ἐνεστ. (Α 85)]
[
εἶπας, ἀόρ. α’ ἀντὶ τοῦ συνήθους β’ εἶπον (Α 106)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: