Ομήρου Ιλιάς ΙΙ
Σημασία και ετυμολογία λέξεων
Λεξικά
Kalós
Perseus Digital Library
The Archimedes Project
Μέγα Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης - Liddell-Scott
Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα
Ι. Σταματάκου - Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης
Επεξηγήσεις
Συντετμημένες λέξεις καὶ σημεῖα
Λέξεις
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
Αρχειοθήκη ιστολογίου
Αρχειοθήκη ιστολογίου
Φεβρουαρίου (2)
Δεκεμβρίου (19)
Νοεμβρίου (14)
Μαρτίου (27)
Φεβρουαρίου (27)
Ιανουαρίου (9)
Δεκεμβρίου (7)
Νοεμβρίου (16)
Ιουλίου (9)
Ιουνίου (21)
Απριλίου (16)
Μαρτίου (42)
Φεβρουαρίου (33)
Δεκεμβρίου (10)
Ιουλίου (2)
Ιουνίου (9)
Μαΐου (7)
Απριλίου (103)
Μαρτίου (75)
Φεβρουαρίου (128)
Ιανουαρίου (37)
Δεκεμβρίου (60)
Νοεμβρίου (116)
Σεπτεμβρίου (2)
Ιουλίου (39)
Ιουνίου (24)
Απριλίου (3)
Μαρτίου (1)
Φεβρουαρίου (1)
Blog Me
Ομήρου Ιλιάς
Ραψωδία Α (413-427)
Πριν από 13 χρόνια
Αρχαία Ελληνικά
Γραμματικὴ τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας
Πριν από 14 χρόνια
Πληροφορίες
kalliopi
Το σώμα μας έχει την ιδιότητα να αυτοθεραπεύεται. Ύψιστη σημασία έχουν οι παράγοντες: Διατροφή, Κίνηση, Περιβάλλον, Τρόπος Ζωής, Τρόπος Σκέψης - Ιπποκράτης, 432π.Χ.
Προβολή πλήρους προφίλ
Αναγνώστες
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα
ΦΗΜΙ
.
Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα
ΦΗΜΙ
.
Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 29 Απριλίου 2009
ἠμί
ὡς τὸ
φημί
' λέγω.
[
ἦ
, ἀντὶ
ἔφη
, γ’ ἑν. πρτ. (Α 219)
]
Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009
πρόσφημι
(
πρός
+
φημί
): φημί, λέγω πρός τινα, προσφωνῶ.
[
προσέφη
, ἀόρ. β’ (Α 84)
]
Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2009
ἐρῶ
ἰων. καὶ ἐπ.
ἐρέω
'
φημί
,
λέγω
καὶ
ἀγορεύω
χρησιμοποιοῦνται ὡς ἐνεστῶτες, καὶ ὁ
εἶπον
ὡς ἀόρ. β' ' θὰ πῶ, θὰ μιλήσω
| 2.
θὰ ἀφηγηθῶ, θ᾿ ἀναγγείλω, θὰ διακηρύξω
| 3.
θὰ ὑποσχεθῶ
| 4.
θὰ διατάξω
| 5. ἐρέω
ἀπαντᾷ παρ᾿ Ὁμ. ὡς ἐνεστώς=
ἔρομαι
,
εἴρομαι
.
Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009
εἴπον
ἀόρ. β' ὡσει ἐξ ἐνεστ.
*εἴπω
=
*ἔπω
. Ὁ ἐνεστ. ἀναπληροῦται διὰ τῶν
φημί
,
λέγω
ἤ
ἀγορεύω
, ὁ μέλλων καὶ ὁ πρκ. διὰ τῶν τύπων
ἐρέω
,
ἐρῶ
,
εἴρηκα
' λέγω, ὁμιλῶ
| 2.
μετ’ ἀπρφ., κελεύω, λέγω σὲ κάποιον νὰ κάνει κάτι
| 3.
προσαγορεύω τινά
| 4.
ὀνομάζω, λέγω, ἀποκαλῶ τινα
| 5.
περί τινος ὁμιλῶ.
[
εἰπών
, μτχ. (Α 68)
]
[
εἰπέ
, προστ. ἐνεστ. (Α 85)
]
[
εἶπας
, ἀόρ. α’ ἀντὶ τοῦ συνήθους β’
εἶπον
(Α 106)
]
Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2009
μετάφημι
(
μετά
+
φημί
)' ὁμιλῶ εὑρισκόμενος μεταξύ τινων, ἀπευθύνομαι πρὸς αὐτούς.
[
μετέειπεν
, ἐπ. καὶ ἰων. ἀντὶ
μετεῖπεν
, ἀόρ. β’ (Α 73)
]
Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2008
φημί
ῥιζικὴ σημασία: διακηρύττω, ποιοῦμαι γνωστόν, φανερώνω· ὅθεν λέγω, διαβεβαιῶ, διϊσχυρίζομαι, καὶ τίθεται ἢ ἀπολύτως ἢ ἐν συντάξει μετ’ ἀπαρ. ἢ αἰτ.· τὸ δὲ ἀπαρέμφατον ἐνίοτε παραλείπεται, οἷον,
σὲ κακὸν καὶ ἀνάλκιδα φήσει
(ἐξυπακ.
εἶναι
) Ἰλ. Θ. 153 ― ἀκολούθως, ἐπειδὴ ὅ,τι λέγει τις ἐκφέρει συνήθως τὴν πεποίθησιν ἢ τὸ φρόνημα αὐτοῦ, τὸ
φημὶ
λαμβάνει τὴν σημασίαν τοῦ νομίζω, στοχάζομαι, πιστεύω, ὑποθέτω (πρβλ.
φάσκω
),
φῆ γὰρ ὅγ’ αἰρήσειν Πριάμου πόλιν
Ἰλ. Β. 37·
φαίης κε ζάκοτόν τέ τιν’ ἔμμεναι ἄφρονά τε
=θὰ ἔλεγες, θὰ ἐνόμιζες ὅτι..., Γ. 220·
ἶσον ἐμοὶ φάσθαι
=νὰ λέγῃ ὅτι εἶναι ἴσος πρὸς ἐμὲ (δηλ. νὰ φαντάζηται ὅτι...), Α. 187., Ο. 167.
ΙΙ.
Ἰδιαίτεραι φράσεις:
φασὶ
παρενθετικῶς, λέγουσι, «λέγουν», λέγεται, Ἰλ. Ε. 638, Ὀδ. Ζ. 42.
ΙΙΙ.
ἐπὶ μᾶλλον ὡρισμένης σημασίας, ὡς τὸ
κατάφημι
, λέγω μάλιστα, βεβαιῶ, ἰσχυρίζομαι, διαβεβαιῶ.
Ἐτυμ.: ἐκ τοῦ
φάσκω
παρελαμβάνοντο πᾶσαι αἱ ἐγκλίσεις τοῦ ἐνεστ. πλὴν τῆς ὁριστικῆς. Ἐκ τῆς ῥ.
Ell
παραλαμβάνεται ὁ συνηθέστερος τύπος τοῦ ἀορ.
εἶπον
, ὡς καὶ ὁ τύπος
εἶπα
· ἐκ δὲ τοῦ θέματος
*ῥέω
παραλαμβάνεται ὁ πρκμ.
εἴρηκα
, παθ. πρκμ.
εἴρημαι
, παθητ. ἀόρ.
ἐρρήθην
καὶ
ἐρρέθην
, μέλλ. παθ.
εἰρήσομαι
· ἐν ᾧ ὁ μέλλ.
ἐρῶ
, ἰων.
ἐρέω
, λαμβάνεται ἐκ τοῦ ποιητ. ἐνεστ.
εἴρω
. Τὸ
φημὶ
ἀνήκει εἰς τὴν ῥ.
ΦΑ
(ἴδε ἐν λέξ.
φάω
), ἐξ ἧς παράγεται καὶ τὸ
φαίνω
, ἡ δὲ κοινὴ αὐτοῦ μετὰ τοῦ
φημὶ
ἔννοια εἶναι ἡ τοῦ φέρω εἰς φῶς, καθιστῶ γνωστόν, ὅθεν καὶ οἱ τύποι τοῦ παθ. πρκμ. τοῦ
φημὶ
εἶναι οἱ αὐτοὶ πρὸς τοὺς τοῦ
φαίνω
.
[
ἔφατο
γ’ ἑν. μέσ. ἀορ. β’ (Α 33)
]
[
φάσθαι
, ἐπ. μεσ. ἀπρφ. (Α 187)
]
[
φάτο
, ἐπ. ἀντὶ
ἔφατο
, γ’ ἑν. ἀορ. β’ (A 188)
]
Παλαιότερες αναρτήσεις
Αρχική σελίδα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)