Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

καταπέσσω

ἀττ. καταπέττω' βράζω ἐντελῶς ἢ χωνεύω | 2. μτφρ. χωνεύω, δὲν ἀφήνω κάτι νὰ ἐξεγερθεῖ, καταπραΰνω.

[
καταπέψῃ, γ’ ἑν. ὑποτ. ἀορ. α’ (Α 81)]

Δεν υπάρχουν σχόλια: