Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

μετόπισθε(ν)

(μετά + ὄπισθε)' ἐπίρ. τόπου' ἐκ τῶν ὄπισθεν, ἀπ᾿ ὀπίσω, πίσω | 2. ἐπὶ χρόνου, ἔπειτα, κατόπιν, ἀκολούθως | 3. ὡς πρόθ. μετὰ γεν.., ὀπίσω τινός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: