Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009

πρῶτος

η, ον, ὑπερθ. τῆς προθ. πρό' συνηρ. ἐκ τοῦ πρόατος, δωρ. πρᾶτος' ὡς καὶ νῦν, πρῶτος στὴ σειρὰ, πρῶτος κατὰ θέσιν | 2. ἐπὶ χρόνου, ὁ πρῶτος χρονικά, ὁ πρωιμώτατος | 3. οὐδ. ἑν. καὶ πληθ. πρῶτον, πρῶτα (ὡς ἐπιρρ.)=κατὰ πρῶτον.

Δεν υπάρχουν σχόλια: