Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

ἐσθλός

-ή, -όν, δωρ. ἐσλός, ά, όν' ἐπίθ.' ἀγαθός, καλὸς εἰς τὸ εἶδος του, ὡραῖος | 2. γενναῖος, ἀνδρεῖος, ῥωμαλέος, ἱσχυρός, ἄξιος, ξακουστός' ΟΜ Οδ 2.46 τὸ μὲν πατέρ΄ ἐσθλὸν ἀπώλεσα | 3. συνετός, φρόνιμος, πολύτιμος' ΟΜ Ιλ 1.108 ἐσθλὸν δ΄ οὔτέ τί πω εἶπας ἔπος οὔτ΄ ἐτέλεσσας | 4. εὐγενής, πλούσιος | 5. ὡς οὐσ. ἐσθλά=τὰ ἀγαθά (περιουσία) - οἱ εὐγενικὲς πράξεις ἢ σκέψεις | 6. ἀπόλ. ἐσθλόν= καλὴ τύχη, εὐτυχία' ΟΜ Ιλ 24.530 ἄλλοτε μέν τε κακῷ ὅ γε κύρεται͵ ἄλλοτε δ΄ ἐσθλῷ.

Έτυμ.: ΕΣΘΛ- + ἐπίθεμα -ος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: