Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

μαντεύομαι

(μάντις)' ἀποθ.' προφητεύω, μαντεύω, παρέχω χρησμό | 2. προλέγω, προοιωνίζομαι, προμαντεύω, προμηνύω, προαισθάνομαι | 3. ἐπὶ ζῴων, ὀσφραίνομαι, μυρίζομαι κάτι.

ΙΙ. ζητῶ χρησμό, συμβουλεύομαι τὸ μαντεῖο, τὸ ρωτῶ | 2. ἀόρ. α’ ἀπροσ. μετὰ παθ. σημ. ἐμαντεύθη=ἐδόθη χρησμός (εἶχε δοθεῖ χρησμός) | 3. παθ. μτχ. τὰ μεμαντευμένα=οἱ δοθέντες χρησμοί, οἱ λέξεις τοῦ χρησμοῦ, οἱ λόγοι τοῦ μαντείου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: