Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2009

μάντις

(ὁ)' (μαίνομαι): ὁ προφητεύων, προλέγων, προφήτης, ἡ προφήτις | 2. μτφρ., ὁ προαισθανόμενος, προμηνύων | 3. εἶδος ἀκρίδος ἢ βατράχου.


Ἐτυμ.: ἐκ τῆς ῥίζης ΜΑΝ- τοῦ μαίνομαι, μαινάς, μήνις, μαινόλης, μαινολίς, μαντεύομαι, μαντεία, μαντεῖον, ἰων. -ήιον, μαντοσύνη).

Δεν υπάρχουν σχόλια: