Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2009

σώζω

κατ' ἐπέκτ. ἐκ τῶν σάω, σαόω, ἐπ. σῴω' ὡς καὶ νῦν, σῴζω, διασῴζω, διατηρῶ, διαφυλάσσω | 2. κυρ. σῴζω ἀπὸ θάνατον, διατηρῶ ἐν ζωῇ | 3. ἐπὶ νόμων, τηρῶ τοὺς νόμους | 4. διατηρῶ ἐν τῇ μνήμῃ, θυμοῦμαι | 5. φέρω τινὰ σῴον εἰς τινα τόπον.

παθ. σῴζομαι, διασῴζομαι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: