Σάββατο, 7 Μαρτίου 2009

ἔργον

(τό)' (ἔργω)' ἐργασία' τὰ σαυτῆς ἔργα κόμιζε=κοίταζε τὴν δουλειά σου | 2. ἐν τῇ Ἰλιάδι κατὰ τὸ πλεῖστον, ἐργα=πολεμικὲς ἐπιχειρήσεις, πράξεις, κατορθώματα, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ πολέμου | 3. ἐν ὧ ἐν τῇ Ὀδυσ., γεωργικὰ ἔργα, βιομηχανικὲς ἐπιχειρήσεις | 4. ἔργα γυναικῶν=γυναικεῖα ἐργόχειρα, κυρ. προϊόντα ὑφαντουργίας | 5. βαρὺ ἔργο, σκληρὴ ἐργασία | 6. συχνὰ παρ᾿ Ὁμ. ἀντίθ. τοῦ ἔπος, δηλ. πράξεις καὶ όχι λόγοι μόνο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: