Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

θεοείκελος, ον

(θεός + εἴκελος)' ὁ ὅμοιος μὲ θεό, ὁ θείας μορφῆς, θεόμορφος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: