Σάββατο, 21 Μαρτίου 2009

κλέπτω

λαμβάνω κάτι κρυφά, ὑποκλέπτω, ὑπεξαιρῶ.

ΙΙ. ἐξαπατῶ, δολιεύομαι, ἀφαιρῶ κάτι μὲ
πανοῦργο τρόπο ἀπό κάποιον, ἀποπλανῶ.

ΙΙΙ. ὅπως τὸ κρύπτω, ἀποσύρω, ἀποκρύπτω, τηρῶ κάτι μυστικό.

IV. γεν., πράττω κάτι κρυφὰ ἢ μετὰ δόλου' κλέπτων ποιεῖ=πράττει μυστικά, κρυφά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: